Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bunting
01
τσίχλα, σπίνος
a bird belonging to the family Emberizidae, characterized by its stout bill, small body and a stubby tail
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
buntings
02
ύφασμα για σημαίες, χαλαρά υφαντό ύφασμα για σημαίες
a loosely woven fabric used for flags, etc.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bunting
bunt



























