bunting
bunting
'bʌntɪng
banting
fronting

Ορισμός και σημασία του "bunting"στα αγγλικά

01

τσίχλα, σπίνος

a bird belonging to the family Emberizidae, characterized by its stout bill, small body and a stubby tail 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
buntings
02

ύφασμα για σημαίες, χαλαρά υφαντό ύφασμα για σημαίες

a loosely woven fabric used for flags, etc. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bunting
bunt
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store