bunker
bun
ˈbʌn
ban
ker
bankerbunterbusker

Ορισμός και σημασία του "bunker"στα αγγλικά

01

εμπόδιο σε γήπεδο γκολφ, μπάνκερ

a hazard on a golf course 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bunkers
02

bunker, υπόγειο καταφύγιο

a shelter equipped with strong walls, often built underground, to protect soldiers or guns 
Παραδείγματα
The soldiers took cover in the bunker during the intense bombardment. 

Οι στρατιώτες κατέφυγαν στο bunker κατά τη διάρκεια του ισχυρού βομβαρδισμού.

03

δεξαμενή, δεξαμενή καυσίμων

a large container for storing fuel 
to bunker
01

χτυπώ μια μπάλα γκολφ σε ένα μπούνκερ, στέλνω μια μπάλα γκολφ σε ένα μπούνκερ

hit a golf ball into a bunker 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bunker
γ΄ ενικό πρόσωπο
bunkers
ενεστώτα μετοχή
bunkering
απλός αόριστος
bunkered
παθητική μετοχή
bunkered
02

μεταφέρω φορτίο από πλοίο σε αποθήκη, ξεφορτώνω φορτίο σε αποθήκη

transfer cargo from a ship to a warehouse 
03

εφοδιάζω (το μπάνκερ ενός πλοίου) με κάρβουνο ή πετρέλαιο, γεμίζω (το μπάνκερ ενός πλοίου) με κάρβουνο ή πετρέλαιο

fill (a ship's bunker) with coal or oil 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store