bunny
Pronunciation
/ˈbəni/

Ορισμός και σημασία του "bunny"στα αγγλικά

01

κουνελάκι, κουνέλι

a child's word for a rabbit, usually a young one
bunny definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bunnies
02

bunny, νεαρή σερβιτόρα με κουστούμι κουνελιού

a young waitress in a nightclub whose costume includes the tail and ears of a rabbit
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store