Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bunny
01
κουνελάκι, κουνέλι
a child's word for a rabbit, usually a young one
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bunnies
02
bunny, νεαρή σερβιτόρα με κουστούμι κουνελιού
a young waitress in a nightclub whose costume includes the tail and ears of a rabbit



























