Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bunk off
01
κοπανάω το σχολείο, αποφεύγω τη δουλειά
to skip or avoid attending something, especially school or work, without permission or excuse
Dialect
British
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
bunk
ενεστώτας
bunk off
γ΄ ενικό πρόσωπο
bunks off
ενεστώτα μετοχή
bunking off
απλός αόριστος
bunked off
παθητική μετοχή
bunked off
Παραδείγματα
He decided to bunk off school and spend the day at the arcade with his friends.
Αποφάσισε να κάνει κοπάνα από το σχολείο και να περάσει την ημέρα στο arcade με τους φίλους του.



























