Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bungling
01
αδέξιος, αμπαλάς
lacking physical movement skills, especially with the hands
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bungling
συγκριτικός βαθμός
more bungling
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
skill, movement, performance
02
αδέξιος, ανίκανος
done in a very careless and clumsy way
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bungling
bungle



























