bungling
bung
ˈbʌng
μπανγκ
ling
lɪng
λινγκ
bubblingbundlingbumblingburbling

Ορισμός και σημασία του "bungling"στα αγγλικά

01

αδέξιος, αμπαλάς

lacking physical movement skills, especially with the hands 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bungling
συγκριτικός βαθμός
more bungling
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
skill, movement, performance
02

αδέξιος, ανίκανος

done in a very careless and clumsy way 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bungling
bungle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store