bunghole
bung
ˈbʌng
bang
hole
həʊl
hewl
butthole

Ορισμός και σημασία του "bunghole"στα αγγλικά

01

τρύπα βαρελιού, τρύπα πλήρωσης

a hole in a barrel or cask; used to fill or empty it 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bungholes
02

κωλοτρυπίδα, πρωκτός

the anus 
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
He got a painful infection around his bunghole after poor hygiene. 

Πήρε μια οδυνηρή λοίμωξη γύρω από τον πρωκτό του μετά από κακή υγιεινή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bunghole

bung

+

hole

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store