Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bump up
01
αυξάνω, ανεβάζω
to increase something, such as a quantity, level, or value
Transitive: to bump up a quantity or level
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
bump
ενεστώτας
bump up
γ΄ ενικό πρόσωπο
bumps up
ενεστώτα μετοχή
bumping up
απλός αόριστος
bumped up
παθητική μετοχή
bumped up
Παραδείγματα
The manager's decision to bump up employee benefits was well-received.
Η απόφαση του διευθυντή να αυξήσει τα οφέλη των υπαλλήλων έγινε καλά δεκτή.



























