Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bump into
[phrase form: bump]
01
συναντώ τυχαία, πέφτω πάνω σε
to unexpectedly meet someone, particularly someone familiar
Transitive: to bump into sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
bump
ενεστώτας
bump into
γ΄ ενικό πρόσωπο
bumps into
ενεστώτα μετοχή
bumping into
απλός αόριστος
bumped into
παθητική μετοχή
bumped into
Παραδείγματα
The siblings often bump into each other at the local park.
Τα αδέλφια συχνά συναντιούνται στο τοπικό πάρκο.
02
χτυπώ, συγκρούομαι
to hit something forcefully and suddenly
Transitive: to bump into an obstacle
Ditransitive: to bump into a body part an obstacle
Παραδείγματα
The cyclist lost control and bumped into the parked car.
Ο ποδηλάτης έχασε τον έλεγχο και συγκρούστηκε με το σταθμευμένο αυτοκίνητο.



























