Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bump into
01
συναντώ τυχαία, πέφτω πάνω σε
to unexpectedly meet someone, particularly someone familiar
Transitive: to bump into sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
bump
ενεστώτας
bump into
γ΄ ενικό πρόσωπο
bumps into
ενεστώτα μετοχή
bumping into
απλός αόριστος
bumped into
παθητική μετοχή
bumped into
Παραδείγματα
We bumped into each other at the coffee shop, and it was a pleasant surprise.
Συναντηθήκαμε στο καφέ, και ήταν μια ευχάριστη έκπληξη.
02
χτυπώ, συγκρούομαι
to hit something forcefully and suddenly
Transitive: to bump into an obstacle
Ditransitive: to bump into a body part an obstacle
Παραδείγματα
He wasn't paying attention and bumped his head into the low doorway.
Δεν πρόσεχε και χτύπησε το κεφάλι του στο χαμηλό πόρτα.



























