Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
additional
01
επιπλέον, πρόσθετος
added or extra to what is already present or available
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They needed to purchase additional supplies to complete the project.
Χρειάστηκε να αγοράσουν πρόσθετες προμήθειες για να ολοκληρώσουν το έργο.
Λεξικό Δέντρο
additionally
additional
addition
add



























