Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bulletproof vest
01
αλεξίσφαιρο γιλέκο, γιλέκο αλεξίσφαιρο
a piece of protective clothing worn to shield against bullets and keep the wearer safe from injury
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bulletproof vests
Παραδείγματα
The police officer wore a bulletproof vest to protect himself while on duty.
Ο αστυνομικός φορούσε αλεξίσφαιρο γιλέκο για να προστατευτεί εν ώρα υπηρεσίας.



























