Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bulletproof
01
αλεξίσφαιρος, απροσπέλαστος από σφαίρες
built in a way that does not let through any bullets or other projectiles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bulletproof
συγκριτικός βαθμός
more bulletproof
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bulletproof backpack offered parents peace of mind for their children's safety at school.
Ο αλεξίσφαιρος σάκος πλάτης προσέφερε στους γονείς ηρεμία για την ασφάλεια των παιδιών τους στο σχολείο.
02
αλεξίσφαιρος, απρόσβλητος
guaranteed to bring success or survive challenges or criticism without being affected
Παραδείγματα
The engineer developed a bulletproof design for the bridge to withstand even the harshest weather conditions.
Ο μηχανικός ανέπτυξε ένα αλεξίσφαιρο σχέδιο για τη γέφυρα για να αντέξει ακόμα και τις πιο σκληρές καιρικές συνθήκες.
to bulletproof
01
θωρακισμένος, κατασκευασμένος αλεξίσφαιρος
to make resistant or impervious to bullets
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bulletproof
γ΄ ενικό πρόσωπο
bulletproofs
ενεστώτα μετοχή
bulletproofing
απλός αόριστος
bulletproofed
παθητική μετοχή
bulletproofed
Παραδείγματα
Engineers bulletproofed the walls of the safe room.
Οι μηχανικοί έκαναν τους τοίχους του ασφαλούς δωματίου αλεξίσφαιρους.
02
κάνω αλεξίσφαιρο, εξασφαλίζω
to make something extremely secure, strong, or fail-safe
Παραδείγματα
The designer bulletproofed the software against all known bugs.
Ο σχεδιαστής bulletproof το λογισμικό έναντι όλων των γνωστών σφαλμάτων.



























