Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bulletproof
01
αλεξίσφαιρος, απροσπέλαστος από σφαίρες
built in a way that does not let through any bullets or other projectiles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bulletproof
συγκριτικός βαθμός
more bulletproof
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bulletproof vest saved the officer's life during the shootout.
Το αλεξίσφαιρο γιλέκο έσωσε τη ζωή του αστυνομικού κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής πυρών.
02
αλεξίσφαιρος, απρόσβλητος
guaranteed to bring success or survive challenges or criticism without being affected
Παραδείγματα
The new security system was designed to be virtually bulletproof against cyberattacks.
Το νέο σύστημα ασφαλείας σχεδιάστηκε να είναι σχεδόν αλεξίσφαιρο έναντι κυβερνοεπιθέσεων.
to bulletproof
01
θωρακισμένος, κατασκευασμένος αλεξίσφαιρος
to make resistant or impervious to bullets
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bulletproof
γ΄ ενικό πρόσωπο
bulletproofs
ενεστώτα μετοχή
bulletproofing
απλός αόριστος
bulletproofed
παθητική μετοχή
bulletproofed
Παραδείγματα
The armored car was bulletproofed before the VIP arrived.
Το θωρακισμένο αυτοκίνητο έγινε αλεξίσφαιρο πριν από την άφιξη του VIP.
02
κάνω αλεξίσφαιρο, εξασφαλίζω
to make something extremely secure, strong, or fail-safe
Παραδείγματα
The company bulletproofed its IT system against cyberattacks.
Η εταιρεία ενίσχυσε το σύστημα πληροφορικής της έναντι κυβερνοεπιθέσεων.



























