Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bulldog
01
Μπουλντόγκ, Αγγλικό μπουλντόγκ
a muscular short-haired dog breed, medium in size, with a large head and short thick legs, originally from England
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bulldogs
to bulldog
01
επιτίθεται άγρια και βίαια
attack viciously and ferociously
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bulldog
γ΄ ενικό πρόσωπο
bulldogs
ενεστώτα μετοχή
bulldogging
απλός αόριστος
bulldogged
παθητική μετοχή
bulldogged
02
ρίχνω ένα ταύρο πιάνοντάς το από τα κέρατα και στρίβοντας το λαιμό, όπως σε ένα ροντέο
throw a steer by seizing the horns and twisting the neck, as in a rodeo



























