bulla
bu
ˈbʊ
boo
lla
fulahpula
bullae

Ορισμός και σημασία του "bulla"στα αγγλικά

01

φουσκάλα (παθολογία) μια ανύψωση του δέρματος γεμάτη με ορρό υγρό

(pathology) an elevation of the skin filled with serous fluid 
bulla definition and meaning
02

η βούλα, η μολυβένια σφραγίδα

the round leaden seal affixed to a papal bull 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bullae

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store