Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bulk
01
το μεγαλύτερο μέρος, η πλειοψηφία
the major portion or greater part of something, often referring to the size or quantity of an object or substance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
όγκος, μάζα
the property of something that is great in magnitude
03
μάζα, όγκος
the property possessed by a large mass
04
φάση αύξησης μάζας, περίοδος κέρδους μυϊκής μάζας
a phase of training aimed at gaining muscle mass, usually by eating more calories
slang
Παραδείγματα
A successful bulk requires both strength training and consistent eating.
Ένα επιτυχημένο bulk απαιτεί τόσο προπόνηση δύναμης όσο και συνεπή διατροφή.
to bulk
01
προεξέχω, ξεχωλίζω
stick out or up
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
bulk
γ΄ ενικό πρόσωπο
bulks
ενεστώτα μετοχή
bulking
απλός αόριστος
bulked
παθητική μετοχή
bulked
02
φουσκώνω, διευρύνω
cause to bulge or swell outwards
Λεξικό Δέντρο
bulky
bulk



























