Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
built-in
01
ενσωματωμένο, ενσωματωμένος
(of a place or piece of equipment) connected to something in a way that is not separable
Παραδείγματα
The laptop has a built-in camera for video calls.
Το laptop διαθέτει ενσωματωμένη κάμερα για βιντεοκλήσεις.
02
ενσωματωμένο, έμφυτο
inherently part of something, forming an essential or integral aspect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most built-in
συγκριτικός βαθμός
more built-in
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His leadership skills seem built-in, as if they were part of his nature.
Οι δεξιότητες ηγεσίας του φαίνονται ενσωματωμένες, σαν να ήταν μέρος της φύσης του.



























