Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
built-in
01
ενσωματωμένο, ενσωματωμένος
(of a place or piece of equipment) connected to something in a way that is not separable
Παραδείγματα
The car has a built-in GPS system for easy navigation.
Το αυτοκίνητο διαθέτει ενσωματωμένο σύστημα GPS για εύκολη πλοήγηση.
02
ενσωματωμένο, έμφυτο
inherently part of something, forming an essential or integral aspect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most built-in
συγκριτικός βαθμός
more built-in
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company benefits from a built-in advantage due to its strong reputation.
Η εταιρεία ωφελείται από ένα ενσωματωμένο πλεονέκτημα λόγω της ισχυρής της φήμης.



























