Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Building material
01
οικοδομικό υλικό, υλικό κατασκευής
material used for constructing buildings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























