Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Buffalo
01
βουβάλι, αφρικανικό βουβάλι
a large wild plant-eating animal belonging to the cow family with curved horns, native to Africa and Asia
Παραδείγματα
The African buffalo, also known as the Cape buffalo, is a large bovine species native to sub-Saharan Africa, often found in savannas and grasslands.
Ο αφρικανικός βούβαλος, γνωστός και ως βούβαλος του Ακρωτηρίου, είναι ένα μεγάλο είδος βοοειδών που είναι ιθαγενές στην υποσαχάρια Αφρική, συχνά βρίσκεται σε σαβάνες και χορτολιβαδικές εκτάσεις.
02
βίσονας, βούβαλος
the large, shaggy-haired brown bison native to the North American plains
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
buffalo/buffaloes
Παραδείγματα
A herd of buffalo grazed on the prairie.
Ένα κοπάδι βουβάλια βόσκησε στην πεδιάδα.
03
κρέας βίσονα, κρέας βουβάλου
the meat of the American bison
Παραδείγματα
The restaurant serves buffalo burgers.
Το εστιατόριο σερβίρει μπέργκερ βίσωνα.
to buffalo
01
εκφοβίζω, μπερδεύω
to intimidate, confuse, or overawe someone, often into submission or compliance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
buffalo
γ΄ ενικό πρόσωπο
buffaloes
ενεστώτα μετοχή
buffaloing
απλός αόριστος
buffaloed
παθητική μετοχή
buffaloed
Παραδείγματα
He tried to buffalo the committee into approving his plan.
Προσπάθησε να buffalo την επιτροπή για να εγκρίνει το σχέδιό του.



























