Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Buccaneer
01
πειρατής, κουρσάρος
a pirate, especially active in the Caribbean during the 17th century
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
buccaneers
Παραδείγματα
Buccaneers raided Spanish ships for treasure.
Οι πειρατές επιτίθονταν σε ισπανικά πλοία για λεία.
02
πειρατής, ληστής
a successful person, usually in business, who may employ dishonest or immoral techniques in order to succeed
Παραδείγματα
The tycoon was labeled a corporate buccaneer.
Ο τυχοδιώκτης χαρακτηρίστηκε ως εταιρικός κουρσάρος.
to buccaneer
01
πειρατεύω, συμπεριφέρομαι σαν πειρατής
to behave or act in the manner of a pirate, either literally or figuratively
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
buccaneer
γ΄ ενικό πρόσωπο
buccaneers
ενεστώτα μετοχή
buccaneering
απλός αόριστος
buccaneered
παθητική μετοχή
buccaneered
Παραδείγματα
They buccaneered along the coast, looting villages.
Αυτοί μπουκανίραν κατά μήκος της ακτής, λεηλατώντας χωριά.



























