brushing
Pronunciation
/ˈbɹəʃɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "brushing"στα αγγλικά

01

βούρτσισμα, κόμμωση

the act of brushing your hair
brushing definition and meaning
02

βούρτσισμα, καθαρισμός δοντιών

the act of cleaning one's teeth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brushings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store