bronchus
bron
ˈbrɒn
bron
chus
kəs
kēs

Ορισμός και σημασία του "bronchus"στα αγγλικά

01

βρόγχος

a major airway in the respiratory system that branches off from the trachea and leads to the lungsea 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bronchi
Παραδείγματα
A tumor was discovered in her right bronchus during a routine check-up. 

Ένας όγκος ανακαλύφθηκε στο δεξί της βρόγχο κατά τη διάρκεια μιας ρουτίνας εξέτασης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store