bronchodilator
Pronunciation
/ˌbrɑŋkoʊˈdaɪˌleɪtər/

Ορισμός και σημασία του "bronchodilator"στα αγγλικά

Bronchodilator
01

βρογχοδιασταλτικό, φάρμακο διαστολής των βρόγχων

a medicine that helps open up the airways in the lungs for easier breathing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bronchodilators
Παραδείγματα
Using a bronchodilator before exercise can prevent exercise-induced asthma symptoms.
Η χρήση ενός βρογχοδιασταλτικού πριν από την άσκηση μπορεί να αποτρέψει τα συμπτώματα άσθματος που προκαλούνται από την άσκηση.

Λεξικό Δέντρο

bronchodilator

broncho

+

dilator

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store