Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Broiler
01
ψησταριά, θερμαντικό στοιχείο
the part of a stove used for cooking under direct heat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
broilers
02
κοτόπουλο ψησιάματος, μικρό κοτόπουλο κατάλληλο για ψήσιμο
flesh of a small young chicken not over 2 1/2 lb suitable for broiling
Λεξικό Δέντρο
broiler
broil



























