broiler
Pronunciation
/ˈbɹɔɪɫɝ/

Ορισμός και σημασία του "broiler"στα αγγλικά

01

ψησταριά, θερμαντικό στοιχείο

the part of a stove used for cooking under direct heat
broiler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
broilers
02

κοτόπουλο ψησιάματος, μικρό κοτόπουλο κατάλληλο για ψήσιμο

flesh of a small young chicken not over 2 1/2 lb suitable for broiling

Λεξικό Δέντρο

broiler
broil
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store