broadloom
broad
brɔ:d
brawd
loom
lum
loom

Ορισμός και σημασία του "broadloom"στα αγγλικά

01

πλατύ υφαντό χαλί, χαλί πλατιάς υφαντής

a type of carpet that is woven on a wide loom, typically 12-15 feet wide, and then cut to the desired length 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
broadlooms
01

υφανό πλήρους πλάτους, πλεγμένο σε πλήρες πλάτος

(of rugs or carpets) woven full width 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
textiles, manufacturing

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

broadloom

broad

+

loom

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store