broadloom
broad
brɔd
μπροντ
loom
lum
λουμ
/bɹˈɔːdluːm/

Ορισμός και σημασία του "broadloom"στα αγγλικά

01

πλατύ υφαντό χαλί, χαλί πλατιάς υφαντής

a type of carpet that is woven on a wide loom, typically 12-15 feet wide, and then cut to the desired length
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
broadlooms
01

υφανό πλήρους πλάτους, πλεγμένο σε πλήρες πλάτος

(of rugs or carpets) woven full width
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store