Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Broadcaster
Παραδείγματα
The broadcaster's voice is familiar to many listeners in the area.
Η φωνή του παρουσιαστή είναι γνωστή σε πολλούς ακροατές στην περιοχή.
02
διασκορπιστής, διανομέας
a device used to disperse materials such as seeds, fertilizer, or sand evenly over an area
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
broadcasters
Παραδείγματα
Using a broadcaster reduced the time needed for planting.
Η χρήση ενός διασκορπιστή μείωσε τον απαιτούμενο χρόνο για φύτευση.
03
εκπομπέας, τηλεοπτικός σταθμός
an organization that sends out radio or television programs to the public
Παραδείγματα
He was hired by a national broadcaster to cover international news.
Προσλήφθηκε από έναν εθνικό ραδιοτηλεοπτικό φορέα για να καλύψει διεθνείς ειδήσεις.
Λεξικό Δέντρο
broadcaster
broadcast



























