Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Broadcaster
Παραδείγματα
The broadcaster delivered the evening news with great professionalism.
Ο παρουσιαστής παρουσίασε τα βραδινά νέα με μεγάλη επαγγελματικότητα.
02
διασκορπιστής, διανομέας
a device used to disperse materials such as seeds, fertilizer, or sand evenly over an area
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
broadcasters
Παραδείγματα
The farmer used a broadcaster to spread fertilizer across the field.
Ο αγρότης χρησιμοποίησε έναν ψεκαστήρα για να διασκορπίσει λίπασμα στο χωράφι.
03
εκπομπέας, τηλεοπτικός σταθμός
an organization that sends out radio or television programs to the public
Παραδείγματα
This broadcaster has been in business for over 50 years.
Αυτός ο εκπομπός είναι στη δουλειά για πάνω από 50 χρόνια.
Λεξικό Δέντρο
broadcaster
broadcast



























