to broach
Pronunciation
/ˈbɹoʊtʃ/

Ορισμός και σημασία του "broach"στα αγγλικά

to broach
01

θίγω, εγείρω

to introduce a subject for discussion, especially a sensitive or challenging matter
Transitive: to broach a subject
to broach definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
broach
γ΄ ενικό πρόσωπο
broaches
ενεστώτα μετοχή
broaching
απλός αόριστος
broached
παθητική μετοχή
broached
Παραδείγματα
In the interview, the journalist skillfully broached the controversial topic, eliciting candid responses from the interviewee.
Στη συνέντευξη, ο δημοσιογράφος επιδέξια προσέγγισε το αμφιλεγόμενο θέμα, αντλώντας ειλικρινείς απαντήσεις από τον συνεντευξιαζόμενο.
01

μπροτς, διακοσμητική καρφίτσα

a decorative pin or clasp, worn by women on clothing for ornamentation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
broaches
Παραδείγματα
Her broach complemented the elegance of her evening gown.
Η περόνη της συμπλήρωνε την κομψότητα του βραδινό της φορέματος.
02

μια κορυφή, μια αιχμή

a pointed architectural ornament, often conical or pyramidal, placed at the apex of a gable, spire, or tower, especially in church architecture
Παραδείγματα
The broach added vertical emphasis to the church's silhouette.
Η κορυφή πρόσθεσε κάθετη έμφαση στη σιλουέτα της εκκλησίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store