to bring on
bring
brɪng
bring
on
ɒn
on

Ορισμός και σημασία του "bring on"στα αγγλικά

to bring on
01

προκαλώ, επιφέρω

to cause something to happen, especially something undesirable or unpleasant 
to bring on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
bring
ενεστώτας
bring on
γ΄ ενικό πρόσωπο
brings on
ενεστώτα μετοχή
bringing on
απλός αόριστος
brought on
παθητική μετοχή
brought on
Παραδείγματα
Lack of sleep can bring on a range of health problems. 

Η έλλειψη ύπνου μπορεί να προκαλέσει μια σειρά από προβλήματα υγείας.

02

προκαλώ, προξενώ

to make something appear 
Παραδείγματα
The well-timed joke brought on a round of laughter from the audience. 

Το καλά χρονομετρημένο αστείο προκάλεσε ένα γέλιο από το κοινό.

03

κυκλοφορώ, εισάγω στην αγορά

to release or introduce a product or service to the public 
Παραδείγματα
The company plans to bring a new gadget on the market next month. 

Η εταιρεία σχεδιάζει να κυκλοφορήσει μια νέα συσκευή στην αγορά τον επόμενο μήνα.

04

βοηθώ στην πρόοδο, οδηγώ στη βελτίωση

to help someone improve or progress through training and practicing 
Παραδείγματα
Her new piano teacher has really brought her on. 

Ο νέος δάσκαλος πιάνου της την έχει πραγματικά βοηθήσει να προοδεύσει.

05

προάγω, διεγείρω

to help plants grow faster and healthier 
Παραδείγματα
You can bring on flourishing flowers by providing optimal sunlight. 

Μπορείτε να προάγετε την άνθιση των λουλουδιών παρέχοντάς τους βέλτιστο ηλιακό φως.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store