Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bring on
[phrase form: bring]
01
προκαλώ, επιφέρω
to cause something to happen, especially something undesirable or unpleasant
Παραδείγματα
Lack of proper preparation can bring on unexpected challenges during a project.
Η έλλειψη κατάλληλης προετοιμασίας μπορεί να προκαλέσει απροσδόκητες προκλήσεις κατά τη διάρκεια ενός έργου.
02
προκαλώ, προξενώ
to make something appear
Παραδείγματα
The surprise guest 's arrival brought on a sense of excitement.
Η άφιξη του απρόσμενου επισκέπτη προκάλεσε ένα αίσθημα ενθουσιασμού.
03
κυκλοφορώ, εισάγω στην αγορά
to release or introduce a product or service to the public
Παραδείγματα
The company is bringing on a new service to meet customer demands.
Η εταιρεία παρουσιάζει μια νέα υπηρεσία για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των πελατών.
04
βοηθώ στην πρόοδο, οδηγώ στη βελτίωση
to help someone improve or progress through training and practicing
Παραδείγματα
The experienced trainer brought on the team, fostering a culture of continuous improvement.
Ο έμπειρος προπονητής ανέπτυξε την ομάδα, προωθώντας μια κουλτούρα συνεχούς βελτίωσης.
05
προάγω, διεγείρω
to help plants grow faster and healthier
Παραδείγματα
The controlled climate in the indoor garden brings on healthy and vibrant plants.
Το ελεγχόμενο κλίμα στον εσωτερικό κήπο προάγει υγιή και ζωντανά φυτά.



























