Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bring forward
[phrase form: bring]
01
προτείνω, προωθώ
to suggest something for discussion or consideration
Παραδείγματα
John brought forward several ideas for improving workplace productivity.
Ο Τζον πρότεινε αρκετές ιδέες για τη βελτίωση της παραγωγικότητας στον χώρο εργασίας.
02
μεταφέρω, προωθώ
(in bookkeeping) to write down or use the result of one calculation in the next step
Παραδείγματα
In financial calculations, it 's common to bring forward the interest rate for subsequent computations.
Στους οικονομικούς υπολογισμούς, είναι σύνηθες να μεταφέρεται το επιτόκιο για τους επόμενους υπολογισμούς.
03
προωθώ, μεταφέρω νωρίτερα
to move an event or appointment to an earlier date or time
Παραδείγματα
Due to high demand, the company decided to bring forward the product launch.
Λόγω της υψηλής ζήτησης, η εταιρεία αποφάσισε να προχωρήσει την κυκλοφορία του προϊόντος.



























