brigand
bri
ˈbrɪ
μπρι
gand
gənd
γκανντ

Ορισμός και σημασία του "brigand"στα αγγλικά

01

ληστής, κακοποιός

an outlaw, typically operating in a group and using violence or stealth to steal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
brigands
Παραδείγματα
The forest was infested with brigands preying on travelers. 

Το δάσος ήταν γεμάτο ληστές που λυμαίνονταν τους ταξιδιώτες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store