Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bridecake
01
γλυκό γάμου, τούρτα νύφης
a rich cake with two or more tiers and covered with frosting and decorations; served at a wedding reception
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bridecakes
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bridecake
bride
cake



























