Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
addictive
01
εθιστικός, εθιστικό
(of a substance, activity, behavior, etc.) causing strong dependency, making it difficult for a person to stop using or engaging in it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most addictive
συγκριτικός βαθμός
more addictive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Many find exercise addictive after experiencing the positive effects on their mood and energy.
Πολλοί βρίσκουν την άσκηση εθιστική μετά τη γνώση των θετικών επιπτώσεων στη διάθεση και την ενέργειά τους.
Λεξικό Δέντρο
nonaddictive
addictive
addict



























