addictive
a
ə
ē
ddic
ˈdɪk
dik
tive
tɪv
tiv
additiveadjectiveadvectiveadductive

Ορισμός και σημασία του "addictive"στα αγγλικά

01

εθιστικός, εθιστικό

(of a substance, activity, behavior, etc.) causing strong dependency, making it difficult for a person to stop using or engaging in it 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most addictive
συγκριτικός βαθμός
more addictive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Sugar can be surprisingly addictive, making it hard to cut back on sweets. 

Η ζάχαρη μπορεί να είναι εκπληκτικά εθιστική, κάνοντας δύσκολη τη μείωση των γλυκών.

Λεξικό Δέντρο

nonaddictive
addictive
addict
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store