Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
addictive
01
εθιστικός, εθιστικό
(of a substance, activity, behavior, etc.) causing strong dependency, making it difficult for a person to stop using or engaging in it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most addictive
συγκριτικός βαθμός
more addictive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Sugar can be surprisingly addictive, making it hard to cut back on sweets.
Η ζάχαρη μπορεί να είναι εκπληκτικά εθιστική, κάνοντας δύσκολη τη μείωση των γλυκών.
Λεξικό Δέντρο
nonaddictive
addictive
addict



























