Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to add on
01
προσθέτω, συνάπτω
to include or attach something to an existing thing, usually with the intention of increasing its value, functionality, or capacity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
add
ενεστώτας
add on
γ΄ ενικό πρόσωπο
adds on
ενεστώτα μετοχή
adding on
απλός αόριστος
added on
παθητική μετοχή
added on
Παραδείγματα
They decided to add on a new wing to the hospital to accommodate more patients.
Αποφάσισαν να προσθέσουν μια νέα πτέρυγα στο νοσοκομείο για να φιλοξενήσουν περισσότερους ασθενείς.
02
προσθήκη στο τέλος, προσάρτηση στο τέλος
add to the very end



























