Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to add on
01
προσθέτω, συνάπτω
to include or attach something to an existing thing, usually with the intention of increasing its value, functionality, or capacity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
add
ενεστώτας
add on
γ΄ ενικό πρόσωπο
adds on
ενεστώτα μετοχή
adding on
απλός αόριστος
added on
παθητική μετοχή
added on
Παραδείγματα
The builder suggested they add on a patio to the back of the house.
Ο κτίστης πρότεινε να προσθέσουν μια βεράντα στο πίσω μέρος του σπιτιού.
02
προσθήκη στο τέλος, προσάρτηση στο τέλος
add to the very end



























