breechclout
breech
ˈbri:ʧ
brich
clout
klaʊt
klawt

Ορισμός και σημασία του "breechclout"στα αγγλικά

01

περισκελίδα, ζωστήρας

a garment that provides covering for the loins 
breechclout definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
breechclouts

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

breechclout

breech

+

clout

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store