Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Breech
01
οπισθόφρακτο, θάλαμος
the back part of a gun's barrel where bullets are loaded
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
breeches
Παραδείγματα
The safety procedures required checking the breech first when inspecting the unloaded weapon.
Οι διαδικασίες ασφαλείας απαιτούσαν τον έλεγχο πρώτα του θαλάμου κατά την επιθεώρηση του μη φορτωμένου όπλου.



























