breathing
Pronunciation
/ˈbriːðɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "breathing"στα αγγλικά

01

αναπνοή, ανάσα

the action of taking air into the lungs and sending it out again
breathing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Yoga exercises can help improve your breathing and reduce stress.
Οι ασκήσεις γιόγκα μπορούν να βοηθήσουν να βελτιώσετε την αναπνοή σας και να μειώσετε το στρες.
01

αναπνέων, αναπνευστικός

passing or able to pass air in and out of the lungs normally; sometimes used in combination
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most breathing
συγκριτικός βαθμός
more breathing
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store