Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Breathing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Proper breathing techniques are essential in meditation for relaxation.
Οι σωστές τεχνικές αναπνοής είναι απαραίτητες στο διαλογισμό για χαλάρωση.
breathing
01
αναπνέων, αναπνευστικός
passing or able to pass air in and out of the lungs normally; sometimes used in combination
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most breathing
συγκριτικός βαθμός
more breathing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
biology, health, physiology
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
breathing
breath



























