to breathe in
breathe
bri:ð
bridh
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "breathe in"στα αγγλικά

to breathe in
01

εισπνέω, αναρροφώ

draw in (air) 
to breathe in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
breathe
ενεστώτας
breathe in
γ΄ ενικό πρόσωπο
breathes in
ενεστώτα μετοχή
breathing in
απλός αόριστος
breathed in
παθητική μετοχή
breathed in
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store