Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to breastfeed
01
θηλάζω, ταΐζω με μητρικό γάλα
to feed an infant or young child directly from the mother's breast, providing essential nutrition through breast milk
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
breastfeed
γ΄ ενικό πρόσωπο
breastfeeds
ενεστώτα μετοχή
breastfeeding
απλός αόριστος
breastfed
παθητική μετοχή
breastfed
Παραδείγματα
Working mothers may face challenges in finding suitable spaces to breastfeed or pump milk while at the workplace.
Οι εργαζόμενες μητέρες μπορεί να αντιμετωπίσουν προκλήσεις στην εύρεση κατάλληλων χώρων για θηλασμό ή άντληση γάλακτος στον χώρο εργασίας.
Λεξικό Δέντρο
breastfeed
breast
feed



























