Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Breakup
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
breakups
Παραδείγματα
The sudden breakup of their ten-year marriage shocked all their friends and family.
Ο ξαφνικός χωρισμός του δεκαετούς γάμου τους σόκαρε όλους τους φίλους και την οικογένειά τους.
02
θρυμματισμός, αποσύνθεση
the act of separating into parts or fragments
Παραδείγματα
The breakup of the ice sheet was visible from the shore.
Η διάλυση του παγετώνα ήταν ορατή από την ακτή.



























