Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Breakup
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
breakups
Παραδείγματα
The breakup of the partnership left both entrepreneurs free to explore new business opportunities independently.
Η διάλυση της συνεργασίας άφησε και τους δύο επιχειρηματίες ελεύθερους να εξερευνήσουν νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες ανεξάρτητα.
02
θρυμματισμός, αποσύνθεση
the act of separating into parts or fragments
Παραδείγματα
The breakup of the rock was caused by natural erosion.
Η διάσπαση του βράχου προκλήθηκε από φυσική διάβρωση.



























