Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
breakneck
01
ζαλιστικός, τρελός
moving or happening at an extremely dangerous or fast speed
Παραδείγματα
The breakneck growth of the company led to concerns about sustainability.
Η εκρηκτική ανάπτυξη της εταιρείας οδήγησε σε ανησυχίες για τη βιωσιμότητα.



























