Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Breaking
01
θραύση, σπάσιμο
the act of something being damaged, shattered, or separated into parts, often suddenly or unexpectedly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
breakings
Παραδείγματα
Frequent breaking of equipment results in costly repairs.
Η συχνή θραύση του εξοπλισμού έχει ως αποτέλεσμα δαπανηρές επισκευές.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
breaking
break



























