breaking
brea
ˈbreɪ
brei
king
kɪng
king
breedingbreathingbreading

Ορισμός και σημασία του "breaking"στα αγγλικά

01

θραύση, σπάσιμο

the act of something being damaged, shattered, or separated into parts, often suddenly or unexpectedly 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
breakings
Παραδείγματα
Frequent breaking of equipment results in costly repairs. 

Η συχνή θραύση του εξοπλισμού έχει ως αποτέλεσμα δαπανηρές επισκευές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

breaking
break
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store