to break apart
Pronunciation
/bɹˈeɪk ɐpˈɑːɹt/

Ορισμός και σημασία του "break apart"στα αγγλικά

to break apart
01

θρυμματίζομαι, διαχωρίζομαι

to fall into pieces or separate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
apart
βασικό ρήμα
break
ενεστώτας
break apart
γ΄ ενικό πρόσωπο
breaks apart
ενεστώτα μετοχή
breaking apart
απλός αόριστος
broke apart
παθητική μετοχή
broken apart
Παραδείγματα
The vase broke apart when it fell off the table.
Το βάζο έσπασε σε κομμάτια όταν έπεσε από το τραπέζι.
02

θρυμματίζω, σπάω

break violently or noisily; smash
03

αποσυναρμολογώ, διαλύω

take apart into its constituent pieces
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store