Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to break apart
01
θρυμματίζομαι, διαχωρίζομαι
to fall into pieces or separate
Παραδείγματα
The vase broke apart when it fell off the table.
Το βάζο έσπασε σε κομμάτια όταν έπεσε από το τραπέζι.
02
θρυμματίζω, σπάω
break violently or noisily; smash
03
αποσυναρμολογώ, διαλύω
take apart into its constituent pieces



























