Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Break-in
01
διαρρήξεις, κλοπή με διάρρηξη
an illegal entry into a building by using force, particularly in order to steal something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
break-ins
Παραδείγματα
The store owner arrived early in the morning to find evidence of a break-in and immediately called the police.
Ο ιδιοκτήτης του καταστήματος έφτασε νωρίς το πρωί για να βρει αποδεικτικά στοιχεία εισβολής και αμέσως κάλεσε την αστυνομία.



























