ankle boot
an
ˈæn
αιν
kle
kəl
καλ
boot
bu:t
μπουτ

Ορισμός και σημασία του "ankle boot"στα αγγλικά

01

μπότα αστραγάλου, αστραγάλια μπότα

a type of shoe that covers the foot and reaches up to the ankle, stopping below the lower leg 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ankle boots
Παραδείγματα
She wore black ankle boots with her dress. 

Φορούσε μαύρες μπότες αστραγάλου με το φόρεμά της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store