palm sugar
palm
ˈpɑ:m
paam
su
ʃʊ
shoo
gar

Ορισμός και σημασία του "palm sugar"στα αγγλικά

01

ζάχαρη φοίνικα, ζάχαρη από χυμό φοίνικα

a natural sweetener made from the sap of palm trees, with a caramel-like flavor and granular or paste-like texture 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
palm sugars
Παραδείγματα
She swapped refined sugar for palm sugar in the curry for a deeper, smoky sweetness. 

Αντικατέστησε τη ραφιναρισμένη ζάχαρη με ζάχαρη φοίνικα στο κάρυ για μια βαθύτερη, καπνιστή γλυκιά γεύση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store