Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in a sense
01
κατά μία έννοια, από μια άποψη
from a certain perspective or interpretation, though not in every way
συμφραστική σύναψη
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
In a sense, failure helped him become more successful.
Κατά μία έννοια, η αποτυχία τον βοήθησε να γίνει πιο επιτυχημένος.



























