simit
Pronunciation
/sˈɪmɪt/

Ορισμός και σημασία του "simit"στα αγγλικά

01

σιμίτ, ένα τραγανό

a crunchy, chewy circular bread coated in sesame seeds, often eaten as a street snack with tea
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
simits
Παραδείγματα
Her simit recipe used molasses for extra crispness.
Κάθε συνταγή simit χρησιμοποιούσε μελάσα για επιπλέον τραγανότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store