touring
tou
ˈtɔ:
taw
ring
rɪng
ring
turing

Ορισμός και σημασία του "touring"στα αγγλικά

01

περιοδεύων, ταξιδεύων

traveling to various locations to perform, compete, or be seen, typically as part of a planned event or series 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The touring band played at different venues across the country. 

Η μπάντα σε περιοδεία έπαιξε σε διαφορετικές χώρες σε όλη τη χώρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store