Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
touring
01
περιοδεύων, ταξιδεύων
traveling to various locations to perform, compete, or be seen, typically as part of a planned event or series
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
travel, performance, events
Παραδείγματα
The touring band played at different venues across the country.
Η μπάντα σε περιοδεία έπαιξε σε διαφορετικές χώρες σε όλη τη χώρα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
touring
tour



























